Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Σαν λιοντάρι

 
Είναι εκείνος ο τεράστιος κόσμος που εμφανίζεται εμπρός μου
σαν Ατλαντίδα
ή σαν Ιθάκη
κι εγώ δεν γνωρίζω.
Φταιει που νομίζω οτι μιλάμε με τα ίδια λόγια
μα σιγοσωπαίνουν εικόνες αλλιώτικες
στα μάτια σου
και στα δικά μου
μα πιότερο στο νου.
Και στέκομαι σαν λιοντάρι, σαν λιοντάρι.
Έτσι κοιτάω ετούτο τον κόσμο,
με τον ήλιο και τον αέρα
δεν έχει σημασιά,
ο καιρός έρχεται από μέσα
και οι βροχές
και από μέσα μετριέται η αντηλιά .
Από μέσα από ένα λιοντάρι.
Κι εγω μαθαίνω και μεγαλώνω
κι ας χάνω κι ας κερδίζω.
Αρκεί να χάνω σαν λιοντάρι
γιατί όταν κερδίζω,
τότε όλη η πλάσης βρυχάται εμπρός μου.

Για κάτι δικό μου


Ειναι η γλώσσα βαριά
Και τα χρώματα λίγα
Σαν παιδιά που φωναζουν και τρέχουν στους δρόμους
Κι εγω κρατιέμαι
Να μη γδάρω τη γνώση που ανασαίνει κοντά τους
Μη φιλήσω τα μάτια που κοιμούνται το βράδυ
Μ’ελευθερία
Με πατώματα στεγνά και σαπισμένα που βαστούν την ευτυχία σαν παλάτια
Κι εγω κρατιέμαι
Γιατί η γλώσσα είναι ιερή
Και ψεύτικη και βαριά
Και δεν υπάρχουν λόγια
Μονο εικόνες
Και δεν υπάρχουν λόγια να σου μιλήσω για ένα τραγούδι
Μονο ζωές
Χίλιες ζωές να το παρατηρήσω
Κι ας μου διναν μια ανάσα στην κάθε μια
να το δω
Αρκει νά ταν δικιά μου

Four seasons and a verse


You come like the spring
You make my mind awake
As she opens the flowers
That bloom in her presence

You come like the summer
Your sun is blinding
And your aromas
Arouse the weakest of spirits

You come like the wind
And take my mind with you
You come like the autumn
You bring change and change
And rain and tears
And rainbows
And clouds and sun
Sun so rare
It’s almost beautiful

You leave like the winter
And the cold you leave behind
Needs shelters
And shelters of friends to withstand

You leave like the winter
And when you come back
There’s so much snow to melt
You wonder
When did the flowers forget to bloom
When did your eyes get wet
And with a kiss
you turn
4 seasons back
into a verse

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Κάθαρσις




Σε κοιτώ μες στα μάτια
απλώνεται από τη μια άκρη ως την άλλη σαν δυο βλέφαρα οι άκρες του μέρους που αγκαλιάζουν τη θάλασσα σ’έναν κόλπο.
Ξεκινάει η θάλασσα απ’ τη μια
περπατάει ως την άλλη
Περίπατος μουσικός. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο μέρος που ο φλοίσβος και ο παφλασμός να απαντούν ο ένας στον άλλο.
Περπατάει η νύχτα μαζί με τη θάλασσα κι εγω ακούω και τους δυο να ταιριάζουν σαν αδέλφια, σαν συνοδοιπόροι.
Αυτή η εικόνα με όλες της τις φωνές ταιριάζει σε χίλιες στιγμές της ζωής μου μαζί
Κι όμως υπάρχει κάποιο κομματάκι στη θάλασσα
Εκεί στο κέντρο απ’ τις δυο ακτές που δεν το έχω κολυμπίσει.
Σκέφτομαι τους ανθρώπους
Και πάλι τους σκέφτομαι
Σαν ποτάμια οι ζωες τους κυλούν σε ό,τι αγαπώ σσε αυτόν τον τόπο
Είμαι μακρία κι εκείνοι γερνάνε
κι ας είναι αυτή η στιγμή ζωντανή σε χίλιες μεριές βαλμένη
εκείνοι είναι μονο για τώρα
θα γυρίσω σκέφτομαι
Κάνω τους αριθμούς τους βάζω κάτω
Και με ξεπερνούν
ή δεν με φτάνουν
Και μου ανεβαίνουν σκέψεις ανθρώπινες
Νιώθω ζωντανή ενώ πριν περπάτησα κάτω απ’ τασβεστωμένα κορμιά με το νου γεμάτο αδειοσύνη
τώρα μεγάλωσα
Και τώρα ξανά υπάρχει η ψυχή μου
Η σιωπή
Δεν χωράνε οι σκέψεις και πέφτουν απ’ τα μάτια μου
Μαζεύονται στα πεζούλια πιστεύω
εκεί που για πάντα λιώνουν τα παπούτσια
Κι οι καρδιές των ανθρώπων
Πλέκονται στεφάνια μ’ αγκάθια να τα φοράω όσο η θύμιση με σταυρώνει
Και δεν χωρούν οι σκέψεις στα μάτια μου πια
Συμβαίνει κάτι παράξενο εδώ
Αγκαλιάζω τα κάγκελα
Τα κρατάω μα η μέρα θα φανεί
Κανείς δεν κρατάει τον ήλιο που ανασταίνεται.
Αυτός ο φλοίσβος
Θέλω να του πω να κάνει κάτι για μένα..
Απρόσμενα  μου πιάνει με τα δυο του χέρια τα χείλια, τα δάχτυλα, τα μαλλιά
γίνομαι μια ‘ντανάκλαση στο νερό και με κουβαλάει μαζι του πάνω στις κατάλευκες πέτρες
εγω ο μικρός
Ο παρατηριτής
Χαμογελώ περίφανος γιατί το ξέρω
Πως αυτό το κάτι μυστήριο που συμβαίνει
μου δίνει εκείνη την κατάκτηση που αποζητούν οι άνθρωποι
Για να επέλθει η κάθαρσις
Από τις τύψεις που επιφέρει ένα τέλος.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Η γυναίκα που ξέχασε ν ‘αγαπάει


 
Ξύπνησε μια μέρα και δεν θυμόταν
«Ξέχασα» είπε
Ήταν κάπου προς το τέλος σαν να ξεκίνησε με φίλους σε κάποιο αμάξι κάποτε να πάει στον Παράδεισο
Και πριν χτυπήσουν την πόρτα φώναξε
«Ξέχασα»
«Ξέχασα ν’ αγαπήσω»
Δεν γέλασε τότε κανείς.
Κοίταξε παράξενα η γυναίκα σαν να ήταν κάπως αστείο αλλά να μην καταλαβαίνει γιατί
Με τόσες διαδικασίες που  μου δόθηκαν να αποκτήσω τον εαυτό μου
Μήπως δεν ήταν λογικό
Μήπως δεν ήταν μοιραίο
Ή μήπως είναι μια ταυτότητα η αγάπη που έπρεπε να βγάλω σε κάποιο σταθμό της ζωής
Δεν πέρασε άσχημα ούτε παράξενα
Απλά σ’ εκείνο το σταθμό δεν ήταν κανείς, απεργούσε τη μέρα που πέρασαν τα χρόνια μου από εκείνο το μέρος
Κι εγώ δεν στάθηκα γιατί με κυνηγούσε η δίψα μου για εκείνα τα άλλα πράγματα
Που τώρα δεν έχω να σας δείξω μα αλήθεια τα ήθελα πολύ
Και έτσι βιαστική
Το ξέχασα.
Ξέχασα να ρωτήσω
όχι προς που
Όχι πως
Αλλά από πού έρχεται σε αυτό το μέρος που ζω η αγάπη;

Ο ξένος



Κοιμάται μέσα μου ένας άνθρωπος
Τον ένιωσα χθες καθώς με βρήκε το σκοτάδι
Κάπως κουρασμένη πάνω σε ένα στρώμα
Κάτω από μια κουβέρτα
Πίσω από κάποια όνειρα
Μπροστά από τόση ζωή
Στην αρχή ξαφνιάστηκα με αυτό το σώμα το ξένο ν’ ανασαίνει μέσα μου
Μετά σιγά σιγά με γέμισε με άγρια προσδοκία
Πως είναι αυτός ο ξένος μια πόρτα στα αδιέξοδα που γερνάνε μαζί μου
σαν προχωρούσε η νύχτα τον άκουγα τον ξένο να κοιμάται
και τον σκεφτόμουν γιατί εγώ έστεκα αμετάκλητος
με ένα κενό να μου κρατά τα βλέφαρα μην κλείσουν δρόμο προς τη σκέψη
τι να την κάνω τη σκέψη σκεφτόμουν
εκείνος δεν την χρειάζεται
υπάρχει σιωπή
σιωπή
κι άλλη σιωπή
ας μου το ‘λεγαν πως μια νύχτα μονάχα χωρούσε τόση σιωπή
και δεν θα έμενα ποτέ μου μόνη με τη ζωή
να τη μοιράζω σε λεπτά, που μετρούν το βάρος της σε χρόνους, σε χρόνους που χωρίζουν τη μια σκέψη απ’ την άλλη.
Όσο μεγάλωναν οι ώρες και ποτιζόταν το σκοτάδι με χρώματα τις ημέρας
Κι ερχόταν ο ύπνος να περιμαζέψει ότι είχε απομείνει από τον άνθρωπο
Ένιωσα το δωμάτιο να βαραίνει
Κι εκείνο το ένα λεπτό,
Εκείνο το μοιραίο λεπτό της αναγνώρισης που μας χωρίζει απ’ την ημέρα που ανασαίνει εμπρός μας
Θυμήθηκα τότε τον ξένο
Τον άφησα σε κάποια τάξη όταν ήμουν έφηβος
Ζητούσε να με κάνει άνθρωπο μα δεν περνούσε τα μαθήματα
Κανένα μάθημα της ζωής δεν περνούσε ο ξένος
Κι έτσι αφεθήκαμε τραβήξαμε ο καθένας ένα δρόμο δικό μας
Ο ένας μέσα στον άλλο
Σαν μια προσδοκία μέσα στην ίδια της την πράξη
Καθώς σβήνουν οι εικόνες θυμάμαι τι ήθελα να γίνω όταν μπορούσε ο νους μου να φανταστεί το άπειρο
Και ύστερα πριν κοιμηθώ εκείνο το στιγμιαίο δευτερόλεπτο πριν κλεισουν τα μάτια μου
Αφήνω ένα χαμόγελο κι ενα δάκρυ
Ακούγοντας τον ξένο να κοιμάται.


Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ανάκλιση

Μακάρι να ταν οι δρόμοι του γυρισμού
σταφύλια
ένα τσαμπί δροσερά σταφύλια
να τ'αρπάζει το χέρι που πινάει
η μνήμη να τα κατασπαράζει
να την περπατήσουν πάλι σ'εκείνο τον Αύγουστο της ζωής του
που αγαπούσε.
Θα τον θυμάται άραγε εκείνο τον Αύγουστο;
ή γέρασαν τόσο τα σκαλιά του σπιτιού του που δεν τον φέρνουν πια εκεί.
Γιατί κανείς δεν μένει εκει και τότε
και θα ταν μια σκάλα ατέλειωτη που θ'ατένιζε τη μοναξιά
Το ρίμαξα εκείνο το τελευταίο
το δροσερό
τον ξέγνοιαστό
αυτό τον Αύγουστο που όλα τα ταξίδια μου
έβγαζαν στον τρύγο
και όλα τα ναι μου γίνονταν
μούστος
μιας εποχής
χωρίς σ'αγαπώ.