Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Η κοινόβια ζωή μας σπρώχνει να ζούμε σε ένα
χάος.
φωνές, κόσμος, πρόσωπα, πόδια
όμορφα, νυχτερινά
μια γυαλιστερή επιφάνεια
να καθρεφτιστούν τα λάθη τα καλοβαμμένα
να μας τυφλώσουν.
Εγώ φταιω που δεν γεννήθηκα κυνηγός,
που γεννήθηκα γάτος,
και τούτη η ζωή με νυστάζει
όχι εμένα, το νου μου που κοιμάται ολημερίς
μήπως και ζήσει μια μέρα ξύπνιος.
Σσσσς
Το Χάος μίλησε
Δεν τα κατάφερες πάλι
Ίσως δεν ακούς το ρυθμό
Εγώ φταίω που γεννήθηκα γλάρος,
και τούτη η ζωή με αποστεώνει
Ξύπνα να ζήσεις τις ευκαιρίες που σου δίνει
ένα αφεντίκό που είναι και κείνη.
Μόνο μη φωνάζεις πολύ, καθόλου.
Οι επαναστάτες φωνάζουν,
κι εσύ γεννήθηκες ανθρωπάκος
Σσσσς
Ώρα να πας για ύπνο
Τώρα
Εκείνος δουλεύει όμως
ώρες;
μερόνυχτα.
Και πώς ονειρεύεται;
Στη δουλειά γεννιούνται τα όνειρα,
μάλλον όμως δεν είναι για σένα.
Και δεν φταις εσύ,
η ζωή φταίει η κακομαθημένη
που ήθελε να της τραβίξεις τα μαλλιά
κι εσύ τη χάιδεψες.

σε κάποιο ρυθμό

Νιώθω
Εσύ;
Νιώθω
Τι;
κι εγώ
Δεν ξέρω
Μόνο να μάθω
Τι;
για τη ζωή
Να μάθω
Εσύ;
Κι εγώ
Γιατί;
Πρέπει
Τι;
Πρέπει
κι εσύ;
Δεν ξέρω
Να μάθεις
κι εγώ
Και μετά;
Μετά ερχεται εκείνος
ο έρωτας;
ο θάνατος.

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Δεν θέλω να μακραίνει ο λόγος
Ανόφελος να γίνεται.
Τι φοβάμαι με ρώτησες
Τίποτα
και το τίποτα
και κανέναν
εκείνον τον κανέναν που στεκεται δίπλα μου
στο αύριο
κι εκείνον τον κάποιο που στέκεται δίπλα μου
στο τωρα
μα εκέινον που πίοτερο φοβάμαι
είναι εκείνον που έφυγε
του χθές.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Αποκτώντας τα κύματα της Αλεξάνδρειας


Ήταν ένα παιδί κι όμως στα μάτια της παγίδευε το βλέμμα μιας γυναίκας και στο βλέμμα της έπνιγε όσους την ακουμπούσαν, σαν σειρήνα. Ύστερα χόρευε πάνω απ’ τα πτώματα. Κατέβαινε τα σκαλιά χοροπηδώντας και άφηνε τον κόσμο να την κοιτάει χωρίς να ξέρει αν τη λυπάται ή τη ζηλεύει. Αυτή τη γυναίκα αγάπησα. Και στο γράμμα μου στον κόσμο ένα πρωί με ξύπνησαν οι σκέψεις της σαν παιδί στα σπλάχνα μιας γυναίκας, αεικίνητο, ανήσυχο ένα με το σώμα και τη σκέψη μου.

Πάντα με κυβερνούσε αυτή η γυναίκα. Ένα παιδί που έπαιζε πάντοτε με τη λογική μου, με τα λόγια της θρυμμάτιζε κάθε πραγματικότητα που έχτιζα να την αγκαλιάζει. Σαν να μην έφτανε κανένας κόσμος να την τυλίξει στην αγκαλιά του. Έψαχνε μια αγκαλιά καμιά φορά και αν δεν μου το είπε ποτέ, ένα βράδυ αρπάχτηκε σαν τον αγέρα που γέρνει τις ιτιές από πάνω μου και ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος μου να γνωρίσει το αίμα να κυλά και να πάλλεται κάτω απ το μέτωπο της. Στ’ αυτιά της αντηχούσαν πάντα τραγούδια και η θάλασσα και όταν χαμογελούσε σήκωνε τα αστέρια να τη ζηλέψουν. Όχι για την ομορφιά της, γιατί με την ομορφιά της μορφής δεν συμφιλιώθηκε ποτέ, κι ας ήταν στα μάτια μου μια γη για τα φεγγάρια του νου μου. Μα με το πνεύμα. Και εκείνο ήταν που με μπέρδευε περισσότερο.

Την κυνηγούσα χρόνια ίσως δυο ίσως τέσσερα ποιος ξέρει. Να την αποκτήσω, να γίνει δική μου, να την ακουμπάω και να ξέρω ότι μου δίνεται. Κι ας μου έδινε εκείνο που ήθελα ως τώρα, ποτέ δεν ήταν αρκετό. Το σώμα. Εγώ ήθελα το νου, ήθελα τη σκέψη, ήθελα ένα παλάτι να χτίσω να την κλείσω με τον έρωτα μου για κείνη, ν’ ανοίγει τα παράθυρα τα πρωινά να ακούσει πως την αγαπάω κι ύστερα να ζει με την ευτυχία της αγάπης μου. Μια μέρα μου είπε πως θα την αλλάξει ο έρωτας της για μένα και νόμιζα πώς ο ουρανός άλλαξε θέση. Η γυναίκα μέσα της με κυβερνούσε μα ο ερωτάς της φωτιά που την καίει και  όπως οι νύμφες ή τα παιδιά δεν ξέρω πια με τι μοιάζει αυτό που γνωρίζω στα χέρια της, στα μάτια της, ζητάει τη μέθη κι ας μην ξέρει να τη διαχειρίζεται, μήτε τον εαυτό της, ζητάει τον κόσμο έτσι όπως το θέλει εκείνη.

Δεν ήθελε να αποκτηθεί και το γνώριζα. Βάφτιζε με την προδοσία εκείνους που ζωγράφιζαν ορίζοντες να την μαγέψουν, κι ας τη μάγευαν. Κάτι πάνω της μου έμαθε πως αγαπούσε την ελευθερία πιότερο κι απ’ τον έρωτα. Μονάχα σε τύραννους του μυαλού της κλεινόταν καμιά φορά κι εγώ την κοιτούσα να μπλέκεται, να ξεμπλέκεται, να φωνάζει, να με κοιτάζει, να χαμογελά, να κλαίει, να ζει όπως ζει μέσα στη σκέψη μου ακόμη και τώρα. Κι όσο σκέφτομαι τις αλήθειες που άκουγα από μέσα της, τόσο πιστεύω πως η ελευθερία ήταν εκείνο που την κράτησε να γυρίζει πίσω σε μένα. Γιατί εκεί που οι ο κόσμος της φώναζε να γυρίσει πίσω, να μην τολμάει εγώ από τη δίψα μου ν’ ακούω εκείνη τη φωτιά που φυλάει μέσα της που σαν πυρκαγιά απλώνεται τα καλοκαίρια στα χέρια μου που σαν οπτασία φουντώνει στα μάτια της όταν με κοιτάζει, και ολοκαύτωμα ανάβει όταν φωνάζει το όνομα μου, την άφηνα να χαθεί κι ας με πρόδιδε.

Μα σαν οι μέρες περνάνε όλο και γνωρίζω και τούτες οι σκέψεις με κυριεύουν. Κι ενώ την περίμενα κάποτε, καράβι ακυβέρνητό που το σπρώχνει το κύμα στο λιμάνι κάτι έχει αλλάξει. Τη θυμήθηκα πως χόρευε στο δρόμο και γελούσε, και γελούσα κι εγώ που ήταν ευτυχισμένη και ύστερα θυμήθηκα τα λόγια μου «εγω για σένα», «για πάντα» , «εδώ» και «σ’αγαπάω». Τάχα δεν γνώριζε; Γνώριζε τα πάντα, σαν μάγισσα. Ποτέ της δεν ζήτησε όμως και τούτο είναι που ξεχνάω τέτοιες στιγμές, ότι ποτέ της δεν ήθελε στεριές και δωμάτια να την κλείσουν , το σ’ αγαπώ κολώνες να στοιχειώνει τις πόρτες τους να το αντικρίζει σαν ξυπνά χαράματα να μ’ αγκαλιάζει. Στην απόκτηση που ψάχνω, θα θαφτεί κάτω απ’ το πάντα, απ’ το γνωρίζω, σε σάπια κιβώτια θα κλειστεί μέχρι να χάσει το χαμόγελό της. Στα λόγια της την αποκτώ κάθε μέρα, σαν αγέρας που φυσάει να δροσίσει τη φωτιά κάτω απ τους ήλιους, με το τίποτε. Μα άνθρωποι σαν τις νύμφες αποκτούνται ολοκληρωτικά ή για πάντα. Θα μεταλαμβάνω τη σιωπή της για εκείνη την ελευθερία που την κρατάει κοντά μου ως το πάντοτε;  

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Το μανιφέστο της ευτυχίας


Η ευτυχία ομολογούμενος είναι βαριά θεωρία. Είναι μια από αυτές τις θεωρίες όπως η ηθική και η εκπαίδευση, που τις δεχόμαστε όπως τα αξιώματα της γεωμετρίας.  Eίναι κι η ευτυχία αντίστοιχα το αξίωμα της ζωής η ποιότητα και η πορεία της οποίας κρίνεται με βάση την αεικίνητη της αξία.  Έτσι αναρωτιέμαι αν κάτι που μας επιρρεάζει ως και ορίζει θα λέγαμε, σε τέτοιο βαθμό είναι άραγε κάτι προσωπικό. Είναι «μια στάσις νιώθεται» ή μια «στάσεις βρίσκεστε» , αν υποβάλλεται από τις συνθήκες της ίδιας της ζωής που μας κρίνει ή από την προσωπική βυρσοδεψία της ζωής αυτής στα χέρια του κάθε φοιτητή, στρατιώτη, έμπορου και νοικοκύρη.

 Ένας τρελός ζει ευτυχισμένος στο χάος, με πλήρη άγνοια της πραγματικότητας αυτού του χάους ή με πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας έτσι όπως εκείνος τη γνωρίζει. Αν λοιπόν η ανεξάρτητη του περιβάλλοντος προσωπική ευτυχία βασίζεται στην άγνοια δεν μένει παρά μόνο να συμπεράνουμε πως ευτυχία είναι πρωταρχικά μια «στάσις βρίσκεστε» μια συνθήκη και ύστερα ένας προσωπικός χειρισμός. 

Σε αυτό το δευτερεύον λήμμα που καταλήγει το αξίωμα της ευτυχίας βασίζεται η θεμελίωση του κράτους. Το κράτος κυριαρχεί σαν πυλώνας να στηρίζει το επίπεδο του χάους που εκκρεμεί πάνω απ’ την κοινόβια ζωή. Έτσι ο πυλώνας αποτελεί θεμέλιο της «στασις νιώθεται». Η αποχή από την ανομία, την κοινόβια καταπίεση, τον πόλεμο, τη σφαγή απ’ τους βαρβάρους δημιουργεί χώρο στις συνειδήσεις των εκάστοτε ένοικων του κράτους να καλλιεργήσουν τα αδιαμάχητα δικαιώματα της ζωής. Καταλήγοντας σε ένα τριτεύον λήμμα, μια διασταύρωση πρίν απ’ το πόρισμα πως η πολιτική ευτυχία στέκεται αναμφίβολα στο βάθρο των δικαιωμάτων του εγώ μας. Πως η πολιτική ευτυχία και άρα η βασιμότητα του πυλώνα που αριθμομετρά τη ζωή μας σε δευτερόλεπτα από το τίποτα είναι η γέφυρα σ’ εκείνο που αγαπάμε ως ευτυχία. Όποιος το γνωρίζει , το υποστηρίζει , το ζητά το θυμάται.

Η ευτυχία στην άλλη όχθη βρίσκεται στο εγώ,βασίζεται στο πρόσωπο και στα προσωπικά ιδανικά και κανείς δεν αμφισβητεί εκείνους που κολυμπούν ως εκεί. Μα «ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό» γι’ αυτό ας μην αμφισβητούν ούτε κι εκείνοι τον Αριστοτέλη. Άλλωστε κανείς δεν κολύμπησε το ποτάμι μόνος. 

Ψάχνω λοιπόν με ποιο τρόπο το εγώ που έπλασε την κοινωνία ή το εγώ που έπλασε η κοινωνία θέτει και χτίζει τον πυλώνα του κράτους όριο-σημείο μεταξύ της κοινωνικής παράνοιας και της πολιτικής ευτυχίας. Και ανακάλυψα εκείνο το μηχανισμό δημοκρατίας που σαν εργοστάσιο για πίτες αναπαράγει τη αξίες, τα δικαιώματα, την ευστάθεια του εγώ εκεί που τελειώνει το εσύ. Ξεκίνησε σαν μια ιδέα που έτρεφε τους χτίστες και σήμερα ο μηχανισμός φροντίζει το κράτος να τρέφεται από εκείνους που αρχικά οριοθέτησαν την ύπαρξη του: τους ανθρώπους. Και αναρωτήθηκα πως ένας μηχανισμός κτίσμα στέκεται φραγμός στην ύψιστη αξία του κτίστη. Πώς η μηχανή για πίτες αναπαράγει τη δηλητηριασμένη τροφή που βρίσκεται στο στερέωμα της. Είναι ο μηχανισμός δημοκρατία θέμα πολιτικής βούλησης ή οικονομικής επικράτησης, κάτι σαν το τζόγο; Ποιος ξέρει γιατί υπάρχει το κράτος τέλος πάντων αν όχι για μας; Υπάρχει ζωή μετά το κράτος, αναρωτιέται το «εκπαιδευμένο» μου μυαλό; 

Αναζητώντας λοιπόν: η πολιτική ευτυχία στην έρευνα μου εντοπίζεται, τελικώς, αρκετά μετα-κράτους. Και στην καρδιά της βρίσκεται ο άνθρωπος που διαλέγει αντί να εντάσσεται. Πολιτική ευτυχία είναι η κυριότητα του εαυτού πάνω από του ζώου. Είναι η κυριότητα της κοινωνικής ευθύνης πάνω από εκείνη του παραδειγματισμού και της δακτυλοδειξίας. Είναι η κυριότητα του υπάρχω πάνω από το συμφέρω. Η πολιτική ευτυχία είναι μια συλλογικά προσωπική απόφαση και δεν χρειάζεται σοφούς, επαναστάτες, μορφωμένους, θεωριτιστές. Ανθρώπους χρειάζεται, να ακολουθούν τη φυσική πορεία του είδους. Δεν φτιάχτηκε ο άνθρωπος για να ζει σε κουτιά, μήτε και το μυαλό του φτιάχτηκε για να φράζεται σε νούμερα. Για να δημιουργεί φτιάχτηκε, να πραγματεύεται και να θεωρεί τον κόσμο γύρω του. Για να αγαπά φτιάχτηκε, να αγαπά κάθε πράγμα που γνωρίζει, και να θέλει να γνωρίζει όσο αναπνέει. Και ξέρω πως η κριτική σκέψη μπορεί να μην ταΐσει τα παιδιά σου, θα τους δώσει όμως έναν καλύτερο κόσμο… 

Όχι Α στον κυκλο. Εψιλον, γιατί για μερικά πράγματα η Αρχή είναι αλλού.
                                                                       

Ο θάνατος της Εδεμ

Θέλω να μην μοιάζεις με κανέναν
Θέλω με το Θεό να μοιάζεις.
Το Θεό που ξεγενά η σκέψη
τις αμαρτίες σαν μάνα ν'αγαπάς
εκείνες που ξεβράζει το σώμα
μ'εναν παφλασμο
όταν μ'αγκίζεις σαν θάλασσα,
που πεθαίνει
που γυμνώνεται
έτσι θα με γνωρίσεις.
Μην ψάχνεις κήπους
Μην ψάχνεις τον κόσμο που αγαπάς
τον τύλιξαν τα παιδιά σ'ενα σεντόνι
και τον χτυπούν
με γέλια
όπως μεγαλώνουν
με τύψεις
τόσο που η γελοιότητα παρέσυρε
παρασιτεί τη νίοτη
και βράχος γίνηκε ν'ακουμπήσω
και να σου μοιάζει
σαν το Θεό.
εκείνα τα πέντε χρόνια
κι ήταν μόνο μια κενή σελίδα
και τα χρώματα...
εσύ ήσουν.
και η ανατολή και το κύμα.
Τα φώτα και οι τρύπες στο σκοτάδι
μια σπυλιά που μέσα της ξανοίγει το κύμα
τα άσπρα του μαλλιά απλώνει
σαν στάχια
και σ'αγκαλιάζει
σαν τα γερικα χρόνια που γνωρίζουν κι απλώνουν
το φως στα κατασπρα μαλλιά τους
εσύ ήσουν
η σοφία
τα ακουσα εκείνα τα λόγια
όλα σου τα λόγια
εσύ μικρή πανέμορφη φυλακή του χρόνου.